ΕΝΖΥΜΑ ΚΑΙ ΓΛΟΥΚΑΝΕΣ

Η καλύτερη άμυνα του ανθρώπινου οργανισμού.

Ο καρκίνος είναι αποτέλεσμα συνεχών και απεριόριστων διαιρέσεων των κυττάρων. Τα καρκινικά κύτταρα δημιουργούνται μέσα από την επίδραση πολλών και διάφορων παραγόντων, οι οποίοι προκαλούν ορισμένες αλλαγές στο δομικό πρόγραμμα του κυττάρου. Λόγω της διαφορετικής δομής του, το καρκινικό κύτταρο ανιχνεύεται από το ανοσοποιητικό σύστημα και καταστρέφεται από αυτό, είτε μέσω των μακροφάγων, είτε λόγω αντίδρασης με αντισώματα από κύτταρα-φονείς. Τα τοξικά κατάλοιπα απομακρύνονται ενζυμικά.

Ο ανθρώπινος οργανισμός παράγει καθημερινά καρκινικά κύτταρα, τα οποία μπορεί και διαχειρίζεται με επιτυχία. Η κατάσταση στον οργανισμό γίνεται προβληματική όταν παράγονται περισσότερα καρκινικά κύτταρα από όσα μπορεί να διαχειρισθεί το αμυντικό σύστημα ή όταν το ανοσοποιητικό έχει αδυνατίσει σε σημαντικό βαθμό. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να παρουσιαστεί ο καρκίνος. Δηλαδή, περισσότερα καρκινικά κύτταρα, κυκλοφορούν και εγκαθίστανται ανεξέλεγκτα στα τοιχώματα των αγγείων και εκεί καλά κρυμμένα πολλαπλασιάζονται. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο χαρακτηριστικό του καρκινικού κυττάρου. Για να αποφύγει την αναγνώριση, περιβάλλεται από μια κολλώδη ουσία, το ινώδες. Η επίστρωση του καρκινικού κυττάρου είναι 15 φορές παχύτερη από το ινώδες που καλύπτει το φυσιολογικό κύτταρο. Κάτω από την κολλώδη ουσία κρύβει τα αντιγόνα του ώστε να μην αναγνωρίζονται από τα αντισώματα που παράγουν κύτταρα του αμυντικού συστήματος.
Με τον τρόπο αυτό, πολλαπλασιάζονται ανενόχλητα, διασπείρονται με την κυκλοφορία του αίματος στο αγγειακό και λεμφικό σύστημα και «πιάνονται» με άγκιστρα (κολλώδη μόρια) σε μια μικρή στροφή ή σε μια μικρή κύρτωση στο τοίχωμα αγγείων, καλύπτονται με περισσότερο ινώδες και στη συνέχεια πολλαπλασιάζονται. Σιγά-σιγά διαπερνούν τα τοιχώματα του αγγείου και κατόπιν επεκτείνονται στους ιστούς.
Ένα άλλο επικίνδυνο χαρακτηριστικό του καρκινικού κυττάρου είναι ο ονομαζόμενος «ανασταλτικός παράγων», ο οποίος σήμερα έχει διευκρινισθεί επακριβώς. Το καρκινικό κύτταρο κατορθώνει μέσα από μια μεταβολή της μεμβράνης του, να απορρίπτει ορισμένα από τα αντιγόνα του. Αυτά ενώνονται – δεσμεύουν τα αντισώματα που κυκλοφορούν και σχηματίζουν ανοσοσυμπλέγματα. Δυστυχώς δεν περιέχουν μέσα τους καρκινικά κύτταρα, ώστε αυτά να καταστρέφονται και έτσι παραπλανούν την άμυνα. Υπάρχουν πολυάριθμες επιστημονικές εργασίες που αποδεικνύουν ότι υπάρχει υψηλή συγκέντρωση τέτοιων ανοσοσυμπλεγμάτων στο αίμα και στη λέμφο στην περιοχή του όγκου.
Τα ένζυμα λοιπόν, απέδειξαν αναμφισβήτητα πως είναι σε θέση, διαλύοντας τα ανοσοσυμπλέγματα να ανασυγκροτούν την άμυνά μας και κυρίως να ενεργοποιούν τα μακροφάγα, βοηθώντας τα να παράγουν απαραίτητα και χρήσιμα μόρια, όπως TNF. Επίσης τα ένζυμα, ιδίως μίγματα ή συνδυασμός πολλών ενζύμων απεδείχθη πως είναι σε θέση να αφαιρέσουν από τα καρκινικά κύτταρα δύο απειλητικές τους ιδιότητες:
•    τη μεταμόρφωση και αποβολή των αντιγόνων και
•    την κολλώδη ουσία με την οποία καλύπτονται και κρύβουν τα αντιγόνα.
Αυτό σημαίνει πως όσο περισσότερα ανοσοσυμπλεγματολυτικά και ινωδολυτικά ένζυμα διαθέτει ο οργανισμός, τόσο πιο επιτυχής και αποτελεσματική είναι και η πρόληψη αλλά και η αντιμετώπιση της καρκινικής νόσου.
Έχει αποδειχθεί ότι τα φυτικά ένζυμα υπερτερούν και έχουν περισσότερα προτερήματα. Είναι ευαίσθητα μόρια που η δράση τους εξαρτάται από το ph του οργανισμού, από τη θερμοκρασία και άλλους παράγοντες. Σημαντικό στοιχείο για τη σωστή δράση τους είναι η γνώση της βιοδιαθεσιμότητας, της χρονοβιολογίας και του σωστού συνδυασμού τους. Έχουν ισχυρή αντιφλεγμονώδη και αποιδηματική δράση και προάγουν το θεραπευτικό αποτέλεσμα και άλλων θεραπειών (π.χ. αντιβιοτικά, χημειοθεραπεία), βελτιώνοντας τη δράση τους και μειώνοντας τις επιπλοκές τους. Βελτιώνουν και ρυθμίζουν τον μεταβολισμό και του πεπτικού συστήματος, αλλά και του κυττάρου. Προάγουν την εξισορρόπηση και ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Πολύ σημαντική είναι η δράση τους στην αποτροπή της δημιουργίας μεταστάσεων, λόγω και της ενδυνάμωσης του αμυντικού μηχανισμού αλλά και λόγω του ότι εμποδίζουν τα «άγκιστρα» των μεταστατικών κυττάρων να προσκολληθούν.
Η καλή λειτουργία των ενζύμων απαιτεί την ύπαρξη ενός ισχυρού αμυντικού συστήματος για την επιτυχή αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι β-D-glucan είναι μια κατηγορία ουσιών που προέρχονται από συγκεκριμένες ποικιλίες μανιταριών και τεκμηριωμένα έχουν δράση στο ανοσοποιητικό σύστημα. Η (1,3), (1,6)-β-D-glucan είναι επιστημονικά μελετημένη και χρησιμοποιούμενη ουσία σε ΗΠΑ, Ιαπωνία και Κίνα. Έχει δράση σε όλο το αμυντικό σύστημα. Αυξάνει τη δράση των μακροφάγων, αυξάνει τη φαγοκυττάρωση, αυξάνει τις ιντερφερόνες, τις ιντερλευκίνες, τα killer-cells και βελτιώνει την κινητικότητα των λευκών αιμοσφαιρίων.
Το βασικό χαρακτηριστικό, αλλά και πλεονέκτημά της είναι ότι προάγουν μια ανοσορύθμιση και ομαλή ενδυνάμωση και όχι μια αλόγιστη ανοσοενίσχυση.
Η τροφοδότηση του ανθρώπινου οργανισμού με τις παραπάνω απαραίτητες ουσίες, μπορεί να δώσει μια συνολική ώθηση στον ανθρώπινο οργανισμό, βοηθώντας τον ουσιαστικά να ισορροπήσει, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει μια σειρά από δυσεπίλυτα προβλήματα υγείας.
Η χρησιμοποίηση κατάλληλων σκευασμάτων από φυτικά κυρίως ένζυμα και από γλουκάνες, ουσίες που προέρχονται από φυσικές-βιολογικές πηγές, μπορεί να αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική στη διατήρηση της καλής υγείας του ανθρώπου, αλλά και στην καταπολέμηση χρόνιων προβλημάτων του ανθρώπινου οργανισμού

 

πηγη

http://www.metapharm.gr/

Related posts: