ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ

Οι «αγωγιάτες», είναι επάγγελμα που συναντάμε προπολεμικά στα χωριά της Ευρυτανίας και κυρίως στο Καρπενήσι. Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς μέχρι τη δεκαετία του 1930 και σε μερικές περιοχές μέχρι τη δεκαετία του 1950. Είναι οι «πρόδρομοι» των ταξιτζήδων αυτοκινητιστών. Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), διακινούσαν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας, κυρίως δε μετέφεραν δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι)

Επίσης, μετέφεραν και επισκέπτες της ορεινής περιοχής. Λόγω της ορεινής μορφολογίας της περιοχής μας και των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα (και τα κάρα για τη Λαμία) ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς. Κι αυτό μέχρι τη δεκαετία του ’30, που δεν υπήρχαν μεταφορικά μέσα, ενώ η έλλειψη δρόμων εμπόδιζε τις μεγάλες μετακινήσεις. Η αμοιβή του «αγωγιάτη» ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια, όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και εξαντλητική.

Αλμπάνης (από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής): Τα πέταλα ήταν κάτι σαν σιδερένια παπούτσια που τοποθετούσαν στις οπλές των αλόγων, για να μη φθαρούν και για να διατηρούν τα ζώα την ευστάθειά τους κατά τις μεταφορές, ώστε να μην γλιστράνε. (Εξάλλου, μέχρι τη δεκαετία του ’60 όλες σχεδόν οι μετακινήσεις, εργασίες κλπ. γίνονταν με ζώα). Το πετάλωμα ή καλίγωμα, από τον αυτοδίδακτο πεταλωτή, γίνονταν κάθε τρεις ή έξι μήνες. Έδενε το ζώο και με την τανάλια έβγαζε τα παλιά πέταλα, έκοβε με το μαχαίρι το νύχι που περίσσευε και το καθάριζε. Ζέσταινε τα πέταλα και τα κάρφωνε προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος του ποδιού για να μην πληγωθεί το ζώο. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου.  Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί «κτηνίατροι» ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.

Αχθοφόρος (χαμάλης): Αυτός έκανε παλιά τις μεταφορές των φορτίων, βαλιτσών από το σταθμό των αυτοκινήτων ή τσουβαλιών από την αγορά. Τα έβαζε στην πλάτη και μαζί με τον ιδιοκτήτη έφτανε στον προορισμό του. Έπαιρνε το χαρτζιλίκι του και ξαναγύριζε στο πόστο, για να κάνει κάποιο άλλο δρομολόγιο. Αργότερα κάποιοι απ’ αυτούς απόκτησαν τρίκυκλο ή άλλα αυτοκίνητα μεταφορών.

Βαρελάς: Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο βελανιδιάς, καρυδιάς,  καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα σιδερένια στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες. Οι αποθήκες παλιά ήταν γεμάτες με βαρέλια κλπ. Γιατρός (πρακτικός): Τα παλιότερα χρόνια, σε πολλά χωριά της Ευρυτανίας , υπήρχε και ένας πρακτικός γιατρός ή μια μαμή. Δεν ήτανε σπουδασμένοι με διπλώματα και πτυχία. Άνθρωποι απλοί, που είχανε το χάρισμα και τη θέληση να θεραπεύουνε τους άρρωστους, να περιποιούνται τις λαβωματιές για να γιάνουνε και γενικά να κάνουνε το καλό. Από σπασμένο πόδι ή χέρι μέχρι στραμπούλιγμα και νευροκαβαλίκεμα όλα τα γιατρεύανε. Ασθένειες των μικρών παιδιών, σπυράκια και χρυσή (ίκτερο). Πίεση, ανορεξία κι όλα όσα παιδεύουνε τους ανθρώπους τα διώχνανε οι «γιατροί» του παλιού καιρού. Άλλα με τα άξια χέρια τους, άλλα με βοτάνια, αλλά με αλοιφές, με σκόνες και καταπλάσματα. Πολεμάγανε τις αρρώστιες άλλοτε με την πείρα και άλλοτε με τα γιατροσόφια και τις αλοιφές που ξέρανε να φτιάνουνε. Αμέτρητες άλλες συνταγές για χίλιες δύο αρρώστιες. Πολλές τις μάθαιναν κι οι παλιότεροι άρρωστοι. Μάλιστα, οι περισσότερες γριές ξέρανε να ξεματιάζουνε χωρίς τη βοήθεια του πρακτικού. Σπάνια δέχονταν αμοιβή ή δώρα απ’ όσους θεραπεύαν. Η φήμη τους είχε απλωθεί σε όλα τα γύρω χωριά. Για την πείρα και τα γιατροσόφια τους όλοι τους εκτιμούσανε και τους αγαπούσαν. Είχανε το κύρος και την υπόληψη αληθινού, γιατρού. Οι περισσότεροι ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι.

Γυρολόγος (Πραματευτής): Έφερνε παλιά στα χωριά, φορτωμένος ή με το ζώο ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς : υφάσματα με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχο, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και πολλά άλλα ακόμα. Η πληρωμή  γίνονταν συνήθως σε είδος.
Ζευγάς: Οι ζευγάδες αναλάμβαναν το όργωμα, τη σπορά και τη συγκομιδή των χωραφιών. Παλιότερα στην Ευρυτανία η καλλιέργεια σιτηρών ήταν διαδεδομένη, εφόσον στα μικρά ημιορεινά κτήματα οι αγρότες έσπερναν σιτηρά και όσπρια για οικιακή αλλά και εμπορική χρήση και ανταλλαγές με άλλα προϊόντα. Οι ζευγάδες όργωναν με το ξύλινο αλέτρι που το έσερναν δύο βόδια ή μουλάρια. Κάποιες φορές, οι ίδιοι εκτός από τα δικά τους χωράφια, όργωναν κι έσπερναν και τα χωράφια άλλων κατοίκων και αμείβονταν επιπλέον. Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα.

Δερματάς (τομαράς): Αγόραζε δέρματα (τομάρια) από σφαγμένα ζώα. Τα παραλάμβανε στο μαγαζί του ή πήγαινε ο ίδιος στα χωριά και τα μετέφερε. Στη συνέχεια τα καθάριζε, τα αλάτιζε με χοντρό αλάτι και μετά τα τέντωνε, τοποθετώντας ενδιάμεσα ξύλα, για να ξεραθούν και να μη σαπίσουν ή βρωμίσουν. Όταν συγκέντρωνε μια σημαντική ποσότητα τα πήγαινε στον έμπορα, ο οποίος τα προωθούσε στο εργοστάσιο επεξεργασίας δερμάτων, το βυρσοδεψείο. Από τα ακατέργαστα δέρματα, πολλά τα χρησιμοποιούσαν για μικρά χαλιά, άλλα τα έκαναν τσαρούχια (που αν ήταν από γουρούνια τα έλεγαν γουρνοτσάρουχα) ή παπούτσια, ενώ άλλα τα έκαναν τύμπανα, γκάϊντες κλπ.
Ζωγράφος (αγιογράφος:

. Οι αγιογράφοι μας διακόσμησαν με αμοιβή, τις πολυάριθμες εκκλησίες και τα ξωκλήσια του νομού, ενώ κάποιοι από αυτούς έφτιαξαν αγιογραφίες και σε εκκλησίες άλλων περιοχών. Η λαϊκή ζωγραφική και η ξυλογλυπτική γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και δείγματά της διασώζονται στις ξύλινες κασέλες, στις πόρτες και στα κουφώματα παλιών κατοικιών.

Ζωέμπορος (τσαμπάσης):

Παλιότερα οι φοράδες, τα μουλάρια, τα γαϊδούρια, τα βόδια, εξυπηρετούσαν όλες τις αγροτικές εργασίες και μεταφορές και ήταν εμπορεύσιμα. Τις αγοραπωλησίες των ζώων αναλάμβαναν οι ζωέμποροι, που ονομάζονταν και «τσαμπάσηδες». Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις που συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών

Καρεκλάς: Με τη χρησιμοποίηση ξύλων από πλάτανο ή από άλλα δέντρα και με τη βοήθεια σχοινιών ή καλαμιών, ο καρεκλάς δημιουργούσε τις καρέκλες που ήταν τριών ειδών. Οι συνηθισμένες με κάθισμα και πλάτη πίσω, τα καρεκλάκια που δεν είχαν πλάτη και οι ραχατιλίδικες στις οποίες το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδεόταν με το πίσω πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο ώστε να χρησιμεύει για να ακουμπάει αυτός που κάθεται.

Κανταρτζής: Κανταριτζής ή ζυγιστής. Επάγγελμα που γέννησαν οι ανάγκες της καθημερινής συναλλαγής. Συνήθως περιφέρονταν στις αγορές ή όπου χρειάζονταν, ακόμα και στα πανηγύρια, για να ζυγίσει κάποιο βάρος (τσουβάλι σιτάρι, καλαμπόκι, πατάτες, σφαχτό κ.ά.). χρησιμοποιούσε κανταρόξυλο και σχοινί για να δένει τα αντικείμενα ώστε να τα ζυγίσει με το καντάρι (στατέρι). Το καντάρι είχε μια βέργα (βραχίνα) με σημειωμένες χαρακιές για τις οκάδες (οκά= 400 δράμια ή 1200 γραμμάρια), που πάνω της μετακινούσαν το κρεμασμένο βαρίδι. Είχε ακόμα τα γατζάκια που κρεμούσαν τα αντικείμενα.

Καφετζής: Από τα παλιότερα επαγγέλματα, με το καφενείο να είναι ο χώρος συγκέντρωσης και το μοναδικό μέσο διασκέδασης. Στα χωριά, ήταν μαζί καπηλειό, μπακάλικο και μικρό μαγειρείο. Εκεί μαζεύονταν οι άνδρες και περνούσαν την ώρα τους πίνοντας, γλεντώντας και σχολιάζοντας. Οι γυναίκες έμπαιναν σε καφενεία των χωριών μόνο σε ειδικές περιστάσεις, όπως σε κάποια χειμερινά πανηγύρια ή γαμήλια γλέντια που γίνονταν εκεί. Οι καφετζήδες ήταν οι ιδιοκτήτες ή διαχειριστές των καφενείων. Το καφενείο ήταν ανοιχτό από νωρίς το πρωί και δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, μόνο μερικά ξύλινα ράφια κι ο πάγκος με τη γκαζιέρα, τα μπρίκια  και τα φλιτζάνια. Με ψάθινες καρέκλες και ξύλινα τετράγωνα τραπέζια κι έναν καλοσυνάτο καφετζή. Για θέρμανση είχαν τις ξυλόσομπες και ο φωτισμός τους, πριν την ηλεκτροδότηση γίνονταν με λάμπες πετρελαίου.

Κεροπλάστης: Είναι οι τεχνίτης που κατασκευάζει κεριά και λαμπάδες για τις εκκλησίες, αλλά κυρίως για τους ιδιώτες, οι οποίοι τις χρησιμοποιούν στα θρησκευτικά έθιμα και τάματα, αλλά και στα σπίτια. Παλιά, αγόραζε ο ίδιος το κερί από τους μελισσοκόμους και το έβραζε σ’ ένα μεγάλο μπακιρένιο δοχείο ή σε φούρνο με κάρβουνα από πυρότουβλα (χυτήριο). Άδειαζε το λιωμένο κερί στα καλούπια του που ήταν σαν κορύτες (μακρόστενα δοχεία). Έξω απ’ αυτά τα δοχεία υπήρχε ζεστό νερό, για να κρατάει το λιωμένο κερί σε σταθερή θερμοκρασία. Μέσα σ’ αυτά βουτούσε τη σχάρα, που ήταν από δυο παράλληλες σανίδες που ενώνονταν με σχοινιά. Το μήκος του κεριού εξαρτάται από το άνοιγμα της σανίδας. Το φυτίλι το προμηθεύονταν σε κουβάρια στο επιθυμητό πάχος. Στο καθαρό κερί έμπαινε υποχρεωτικά κίτρινο φυτίλι για να ξεχωρίζει. Η τέχνη της κηροπλαστικής συνεχιζόταν συνήθως μέσα από την οικογενειακή παράδοση. Ωστόσο σήμερα η τοπική παραγωγή κεριών έχει μειωθεί ιδιαίτερα αφού τις τοπικές ανάγκες καλύπτουν οι εισαγωγές έτοιμων βιομηχανοποιημένων κεριών.
Κουρέας (μπαρμπέρης):

Η περιποίηση των μαλλιών αποτελούσε φροντίδα του ανθρώπου, ενώ οι αρχαίοι τοποθετούσαν τη δύναμη της ζωής στα μαλλιά. Το επάγγελμα του κουρέα είναι γνωστό πριν από τον 5ο π.Χ. αιώνα και στα κουρεία σύχναζαν αργόσχολοι που τους άρεσε να φλυαρούν και να σχολιάζουν τα κοινωνικά. Γύρω στο 1918 άρχισαν να εκδίδονται οι πρώτες αστυνομικές διατάξεις που ρύθμιζαν την υγιεινή και την καθαριότητα των κουρείων. Σήμερα όλα σχεδόν άλλαξαν… Οι κουρείς, όπως και οι ράπτες και οι υποδηματοποιοί ήταν τεχνίτες απαραίτητοι ακόμα και στα πιο μικρά χωριά της περιοχής. Οι κουρείς των χωριών συχνά ασκούσαν παράλληλα και άλλες δραστηριότητες. Ο παραδοσιακός κουρέας είχε την χειροκίνητη μηχανή, ψιλή ή χοντρή, το καλοτροχισμένο ψαλίδι, το λουρίγια το τρόχισμα του ξυραφιού, ενώ σε μια πρόκα είχε καρφφωμένα χαρτάκια για να σκουπίζει τις σαπουνάδες. Διέθετε μπριλ κρήμ για το κράτημα των μαλλιών και είχε γνώσεις για την τριχόπτωση και την περιποίηση του σβέρκου με βδέλλες.

Κρεοπώλης (Χασάπης): Επειδή παλιά δεν υπήρχαν ψυγεία, για να συντηρήσουν το κρέας, το φρεσκοσφαγμένο το πρωί ζώο έπρεπε να διατεθεί σε 24 ώρες. Τα ζώα έσφαζαν μόνοι τους οι κτηνοτρόφοι και πουλούσαν το κρέας στο χασάπη, αλλά και τα δέρματα σε άλλους εμπόρους για να γίνουν ασκιά, τσαρούχια και άλλα είδη. (Αλλού έδεναν κομμάτια κρέας με σχοινιά και το κατέβαζαν στο βάθος πηγαδιού). Οι χασάπηδες έκαναν περιοδείες στα χωριά για να αγοράσουν ζώα. Αρχικά ήταν πλανόδιοι, αλλά αργότερα στήθηκαν πάγκοι και στεγάστηκαν σε ξύλινες παράγκες. Έπαιρναν τη χαντζάρα, έκοβαν όσο ήθελε η νοικοκυρά κι αφού ξεκρέμαγαν την παλάντζα, ζύγιζε το κρέας…
Λούστρος: Παλιότερα που ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου.  Αυτός μ’ ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, κάθονταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας στο Καρπενήσι, και περίμενε υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γίνονταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι. Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η «ιεροτελεστία» του βαψίματος…

Ξυλοκόπος: Παλιά τα ξύλα κυρίως ζέσταιναν τους ανθρώπους, οι οποίοι φρόντιζαν από νωρίς να τα παραγγείλουν στους ξυλάδες. Ο ξυλοκόπος ήταν επαγγελματίας που είχε ως κύρια δουλειά την κοπή των ξύλων και τη μεταφορά τους στον τόπο κατανάλωσης. Ήταν συνηθισμένο τότε να βλέπει κανείς φορτωμένα γαϊδούρια ή μουλάρια να κουβαλάνε ξύλα στους δρόμους του Καρπενησιού. Τα έκοβαν οι ξυλοκόποι με τις κόφτρες στο δάσος, τα έσκιζαν με τιις σφήνες και τις βαριές, τα καθάριζαν με τα τσεκούρια τους και τα μετέφεραν στην πόλη. Εκεί τα πουλούσαν και οι αγοραστές, αν δεν είχαν τζάκι, τα έκοβαν πάλι σε μικρότερα κομμάτια με την κόφτρα ή το πριόνι, αφού τα τοποθετούσαν πάνω στην «ξυλογαϊδάρα» και τα έσκιζαν με το τσεκούρι ή τις σιδερένιες σφήνες. Μετά τα στοίβαζαν έτοιμα για τις σόμπες ή το τζάκι. Αργότερα οι έκαναν τις ίδιες δουλειές οι κορδέλες και τα αλυσσοπρίονα, ενώ τη μεταφορά κάνουν τώρα τα φορτηγά αυτοκίνητα. Οι ξυλοκόποι έκοβαν επίσης ξύλα για την κατασκευή ξύλινων αντικειμένων, ειδών καθημερινής χρήσης, υλικών δόμησης των σπιτιών (στέγες, παράθυρα κλπ.). Λέγονταν μάλιστα και «ταχτατζήδες» από την τουρκική λέξη «tahta», που σημαίνει ξύλο. Σ’ αυτούς υπάγονταν και οι ξυλοσχίστες ή υλοτόμοι (μπισκιτζήδες), οι οποίοι εργάζονταν επίσης στα δάση και υλοτομούσαν την απαραίτητη ξυλεία για τις οικοδομές, αλλά και για τις κατασκευές των επιπλοποιών και των μαραγκών.

Ξυλουργοί-Μαραγκοί (ντουλγκέρηδες): Ήταν οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν ξύλινα έπιπλα, αλλά και σκάλες, κουφώματα, ταβάνια, πατώματα, πόρτες και γενικότερα όλο τον ξύλινο εξοπλισμό των κατοικιών. Είχαν δικά τους εργαστήρια όπου κατασκεύαζαν τα έπιπλα, ωστόσο οι ίδιοι συμμετείχαν και στις οικοδομές, αναλαμβάνοντας τα ξύλινα μέρη.

Μανάβης: Από τους πιο συμπαθητικούς μικροπωλητές που υπάρχουν μέχρι σήμερα. πλανόδιος ή μη. Το χειμώνα, τότε που δεν υπήρχαν θερμοκήπια και ψυγεία, λίγα τα φρούτα και τα ζαρζαβατικά. Όμως όταν άνθιζαν οι μπαξέδες με το έμπα της άνοιξης, γέμιζαν τα καλάθια του μανάβη με ντομάτες, κολοκυθάκια, μελιτζάνες, κυδώνια, μήλα κι ότι άλλο. Οκάδες και δράμια τότε δίπλα στη ζυγαριά  και το τεφτεράκι για τα βερεσέδια. Σήμερα τα πράγματα είναι μάλλον διαφορετικά, αφού όλες τις εποχές μπορείς να βρεις τα πάντα. Τα θερμοκήπια, τα συντηρητικά, η κατάψυξη και οι κονσέρβες άλλαξαν το ρυθμό της φύσης, αλλά και της ίδιας της ζωής.

Μπακάλης: Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες τα ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό.

Μπασματζής (Υφασματοπώλης):

υπήρχαν τα καταστήματα υφασμάτων, που συνήθως ήταν και ραφτάδικα. Εμπορικά που πουλούσαν όλα τα είδη που είχαν ζήτηση εδώ, όπως μεταξωτά, βαμβακερά, βελούδινα, χασέδες, ποπλίνες, αλατζάδες, τσίτια κλπ.

Μυλωνάς: Η καλλιέργεια σιτηρών ήταν πολύ διαδεδομένη μέχρι το 17ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε σημαντικά. Οι άνθρωποι τότε φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο, (φθινόπωρο – άνοιξη), για την παρασκευή του σταρένιου ή καλαμποκίσιου αλευριού. Μετέφεραν τα τσουβάλια τους το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ. Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά και το Καρπενήσι, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν υδρόμυλοι, δηλαδή τους κινούσε η δύναμη του νερού, οπότε τους έχτιζαν πάντα δίπλα σε ποτάμια και ρεματιές. Σήμερα λειτουργούν ελάχιστοι. Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά, ο οποίος σε περιόδους αιχμής δούλευε νύχτα μέρα. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από το βαγένι το και τον περιέστρεφε. Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλίβεται ανάμεσα στις πέτρες και μετατρέπεται σε σκόνη. Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά (5-12%) και σπάνια έπαιρνε χρήματα.

(Ν)τελάλης: Η λέξη είναι μάλλον τούρκικη και σημαίνει «αυτός που ανακοινώνει τα μαντάτα», ο δημόσιος κήρυκας.. Ο (ν)τελάλης διαλαλούσε στους κατοίκους του Καρπενησίου και των χωριών τα νέα, τις παραγγελίες που έπαιρνε από τις αρχές ή για τα εμπορεύματα που έφερναν οι πραματευτάδες. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζε συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζε τα προϊόντα, τον καθιστούσε γνωστό στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό. Επειδή πολλά σχόλια ακολουθούσαν το άγγελμά του, αλλά και η μικρή αμοιβή του, δεν ήταν εύκολη η εξεύρεση τέτοιου προσώπου. Πάντως, τον κατάργησαν τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα.

Οπλοποιοί (οπλουργοί): Ήταν τεχνίτες που κατασκεύαζαν ή επισκεύαζαν όπλα. Ο καλός οπλουργός σέβονταν το όπλο του πελάτη, όσο παλιό, φτηνό και ταπεινό ήταν. Το δοκίμαζε μπροστά του, επισημαίνοντας όλες τις λειτουργίες  και τα προβλήματά του. Στα οπλουργεία υπήρχαν εργαλεία αγορασμένα ή που είχαν κατασκευάσει οι ίδιοι οι οπλουργοί για τις  ειδικές επισκευές του εργαστηρίου τους. [Ειδικά κατσαβίδια για τις βίδες και τις λεπτές σχισμές των όπλων, σφικτήρες, δοχεία βαφής, μέγγενες (με προστατευτικά μάγουλα από μολύβι ή χαλκό) για τη ρύθμιση της σκανδάλης κλπ.].

Οργανοπαίχτης: Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες ήταν περιφερόμενοι μουσικοί, τουρκόγυφτοι στην πλειοψηφία τους, που με τον καιρό ενσωματώθηκαν στο κοινωνικό ιστό της περιοχής. Αποτελούσαν ομάδα 3-4 ατόμων, που περιφέρονταν σε γάμους και πανηγύρια. Η κομπανία τους, η ζυγιά όπως αποκαλούνταν, είχε δυο ζουρνάδες κι ένα νταούλι. Πολύ αργότερα προστέθηκαν άλλα όργανα, όπως κλαρίνο, βιολί, σαντούρι κλπ. Το ρεπερτόριό τους περιλάμβανε πολλά τραγούδια τοπικά και Ρουμελιώτικα, χορευτικά και αργά (επιτραπέζια). “Βαράτε βιολητζήδες”, ήταν η λαϊκή φράση.

Ράφτης & καποράφτης: Η ραπτική και η υφαντουργία ήταν οικιακές ασχολίες, ιδιαίτερα των γυναικών που έφτιαχναν τα βασικά είδη ρουχισμού. Εδώ, υπήρχαν πολλοί επαγγελματίες ράπτες που ειδικεύονταν στην κατασκευή συγκεκριμένων ειδών  εγχώριων ενδυμάτων από τσόχα ή υφαντό και τα έραβαν με μεταξωτή κλωστή («μπρισίμι»), διακοσμώντας τα με γαϊτάνια, με κεντήματα και κουμπιά. Εκτός του ελληνοράφτη, (που έραβε την πολύπλοκη και δύσκολη φορεσιά, την οποία συνέθεταν η φουστανέλα, τα τσιπούνια, η σκούφια, τα ζουνάρια κλπ.), υπήρχε παλιά και ο καποράφτης, ο οποίος λέγονταν και τερζής (τουρκ. ράφτης), για τα χοντρά μάλλινα υφάσματα. Η καποραπτική ήταν ένα προσοδοφόρο επάγγελμα, μια βιοτεχνία των χωριών μας, με πρώτη ύλη το τραγόμαλλο, που κάλυπτε τις ενδυματολογικές ανάγκες του ποιμενικού κόσμου, ορεινών αλλά και πεδινών περιοχών.

Σαμαράς (σαμαρτζής): Μπορούσε να είναι και αλμπάνης. Παλιότερα η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά με τα ζώα, εφόσον το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες και η ορεινή μορφολογία του εδάφους δυσχέραινε τις μετακινήσεις. Το γαϊδούρι και το μουλάρι ήταν τα πιο διαδεδομένα μέσα μεταφοράς.  Ο σαμαράς κατασκεύαζε τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι, που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλάτανου, που σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήταν απλά, με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο. Έπαιρνε γι’ αυτό μέτρα από το ζώο και αφού έκανε το σκελετό κατασκεύαζε με σαμαροσκούτι ένα σάκο γεμάτο άχυρα που τοποθετούσε στο κάτω μέρος του σαμαριού για να μην πληγώνεται το φορομένο ζώο. Το σαμάρι στερεώνονταν στην πλάτη του ζώου με λουρίδες από χοντρό και σλκηρό δέρμα που έραβε με τη σαμαροβελόνα σ’ αυτό. Οι λουρίδες  άρχιζαν από το σαμάρι πήγαιναν στην περιφέρεια του ζώου και έσμιγαν ξανά στην άλλη πλευρά του σαμαριού. Η κατοζώστρα ή σφίχτρα έζωνε το σαμάρι κάτω από την κοιλιά. Ακόμα έφτιαχναν και την καπιστράνα (καπίστρι) από δερμάτινε λουρίδες, που προσαρμόζονταν στο κεφάλι του ζώου, για να κρατάει το σχοινί που το έσερνε ο ιδιοκτήτης του.

Σιδεράς: Οι σιδεράδες, οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία, όπως αξίνες (κασμάδες), τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια, σφυριά, βαριές, αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μάσιες, μεντεσέδες, ονομάζονταν και «γύφτοι». [Η λέξη «γύφτος» προέρχεται από το αιγύπτιος και δεν έχει σχέση με το τσιγγάνος-γύφτος. Ο πρώτος  «γύφτος» ήταν θεός  Ήφαιστος, που έφτιαχνε τα δόρατα των πολεμιστών. Ο δικός μας «γύφτος» (του Καρπενησιού, της Λάσπης, της Φραγκίστας) ήταν  επαγγελματίας που επεξεργάζονταν το σίδερο. Είχε την εστία, τα κάρβουνα, το φυσερό, το αμόνι και τα σφυριά, την τσιμπίδα. Έπαιρνε παραγγελίες και έφτιαχνε γεωργικά εργαλεία, μαχαίρια, ψαλίδια, κοσιές, πέταλα, καρφιά και πολλά άλλα. Το σίδερο κοκκίνιζε στη φωτιά έτσι που λίγο ακόμα και θα έλιωνε για να γίνει υγρό. Τότε με κατάλληλους χειρισμούς και χτυπήματα στο αμόνι με το σφυρί γινόταν η μορφοποίησή του]. Οι σιδεράδες-«γύφτοι» του Καρπενησιού στέριωσαν εδώ όπως και οι πεταλωτές (αλμπάνηδες), είχαν τη δική τους συνοικία «τα Γύφτικα» και είχαν συνθηματική γλώσσα «τα Ντόρτικα» για να συνεννοούνται. Την τέχνη του σιδερά που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία, αλλά και οργανωμένο εργαστήριο, την μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση ή τη μαθητεία. Πολλοί απ’ αυτούς περιόδευαν στα χωριά ανάλογα με την εποχή.

Τοκιστής: Αυτός που δανείζει χρήματα με τόκο. (Λέγονταν και σουλατσαδόρος). Όταν δεν υπήρχαν οργανωμένες Τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα υπήρχαν οι δανειστές χρημάτων, που σύναπταν ιδιωτικές συμφωνίες με πολίτες που είχαν ανάγκη. Η επιστροφή των χρημάτων γίνονταν με σημαντική επιβάρυνση (τόκο) για εκείνον που χρωστούσε και πολλές φορές με ανταλλαγή γης ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, αφού όσοι δανείζονταν έβαζαν ενέχυρο το μαγαζί, το σπίτι, το χωράφι ή κάποιο ζώο τους.

Τσαγκάρης, υποδηματοποιός: Σήμερα όταν λέμε τσαγκάρη, εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα παπούτσια. Παλιότερα όμως, ο τσαγκάρης τα έφτιαχνε ο ίδιος από την αρχή μετά από παραγγελίες. Στο Καρπενήσι υπήρχαν μεγάλα τσαγκαράδικα, όπου δούλευαν πολλοί τσαγκάρηδες, μαζί με καλφάδες (βοηθούς) και τσιράκια (μαθητευόμενους). Δούλευαν ολημερίς για να ανταποκριθούν στις παραγγελίες, ιδιαίτερα όταν πόδεναν τους ευζώνους μετά την απελευθέρωση. Η κατασκευή ήταν χειροποίητη, αφού τα πάντα ήταν ραφτά ή καρφωτά. Έπαιρναν τη στάμπα του πέλματος του πελάτη, έφτιαχναν πρώτα το πάνω μέρος και ύστερα έκοβαν τη σόλα. Χρησιμοποιούσαν λεπίδια, φαλτσέτες, σουφλιά, βελόνες, κερωμένους σπάγκους, σφυριά  και κυρίως τα καλαπόδια. Για να κρατήσουν περισσότερο οι σόλες έβαζαν μικρά πεταλάκια και καρφιά. Παλιά, τσαρούχια φόραγαν άνδρες και γυναίκες, που τα αγόραζαν ή τα κατασκεύαζαν μόνοι τους, όπως ήταν τα καθημερινά «γουρουνοτσάρουχα». Ο πιο μεγάλος κίνδυνος για τα γουρνοτσάρουχα ήταν τα σκυλιά. “Όπου τα έβρισκαν, τους άλλαζαν τον ααδόξαστο”.

Τσοπάνης, κτηνοτρόφος:

. Οι κτηνοτρόφοι είχαν μεγάλα κοπάδια από πρόβατα, από τα οποία αξιοποιούσαν το κρέας, το γάλα για την παραγωγή τυριών και γιαουρτιών, καθώς και το μαλλί που το απορροφούσε παλιότερα η τοπική οικοτεχνία και υφαντουργία. Σήμερα το μαλλί έχει χάσει την αξία του, ωστόσο η τυροκομία εξακολουθεί να ακμάζει. Οι κτηνοτρόφοι τυροκομούν και μόνοι τους, αλλά συνήθως παραδίδουν το γάλα σε ιδιωτικά τυροκομεία.
Κτηνοτρόφοι από τα χειμαδιά ανέβαιναν στα βουνά μας, δίνοντας ζωή στις απέραντες βουνοπλαγιές. Πλήρωναν αντίτιμο σε χρήματα και είδος για να οδηγήσουν τα κοπάδια τους σε δημοτικά ή κοινοτικά βοσκοτόπια. Ήταν υποχρεωμένοι να βρίσκονται συνέχεια δίπλα στα κοπάδια τους και για το λόγο αυτό πολλοί μεγάλοι κτηνοτρόφοι απασχολούσαν και νεαρούς τσοπάνους, συνήθως μέλη της οικογένειάς τους, που φύλαγαν τα κοπάδια.

Υφάντρα: Η υφαντική ήταν κυρίως οικιακή απασχόληση και μια από τις πρωταρχικές γυναικείες ασχολίες, αφού η γνώση της υφαντικής ήταν απαραίτητο εφόδιο της γυναίκας. Στην πατρίδα μας μέχρι το τις αρχές του 20ου αιώνα όλα τα μάλλινα και βαμβακερά είδη γίνονταν στον αργαλειό, ενώ όλα τα ρούχα υφαίνονταν σ’ αυτόν.  Η υφάντρα έφτιαχνε τα ρούχα, τα σκουτιά, τα σπάργανα του μωρού και τα προικιά (φλοκάτες, κιλίμια, κουρελούδες, κουβέρτες, μαξιλάρια κ.α.).  Πρώτη ύλη το μαλλί, που για να γίνει νήμα περνούσε από πολλές επεξεργασίες(«κουρά» προβάτων, διαλογή, πλύσιμο, κοπάνισμα, στέγνωμα, ξάσιμο, λανάρισμα, γνέσιμο, βάψιμο… Οι περισσότερες γυναίκες, ιδιαίτερα στα χωριά, είχαν στημένο τον αργαλειό τους για τις εργασίες αυτές την άνοιξη και το καλοκαίρι, όταν τελείωνε η απασχόλησή τους στις άλλες αγροτικές ασχολίες. Παλιά, όταν άνθιζε στον τόπο μας η βιοτεχνία υφασμάτων και ρούχων, οι υφάντρες δούλευαν ασταμάτητα, σε μια κουραστική, πολύπλοκη και με μικρή αμοιβή εργασία. Η κατασκευή των νημάτων, το λανάρισμα, το γνέσιμο, το κλώσιμο, αλλά και η εργασία στον αργαλειό, απαιτούσαν πολύ χρόνο.

Φαναρτζής, «ντενεκεντζής»: Οι φαναράδες (ντενεκεντζήδες), ήταν οι τεχνίτες με δικό τους μαγαζί, που κατασκεύαζαν διάφορα χρηστικά εργαλεία και είδη οικιακής, γεωργικής, κτηνοτροφικής και βιομηχανικής χρήσης από λευκοσίδηρο (κοινώς λαμαρίνα, τσίγκο) ή φύλλα ατσαλιού. Κατασκεύαζαν δηλαδή ποτιστήρια, δοχεία μεταφοράς νερού, γάλακτος, δοχεία αρμέγματος, νιπτήρες, διάφορα είδη μετρητών λαδιού, αλλά και πολλά είδη οικιακής χρήσης, όπως λύχνους, λαδοφάναρα, μαγκάλια, πιάτα, κύπελα, μπρίκια, μάσιες, χωνιά, μαστραπάδες, σουρωτήρια κ.ά.

Φούρναρης:   στα χωριά, επειδή οι ιδιωτικοί φούρνοι ήταν λίγοι, οι περισσότερες γυναίκες ζύμωναν το ψωμί στο σπίτι (πολλές φορές την πίτα και το φαγητό) και το πήγαιναν για ψήσιμο στους φούρνους της γειτονιάς κυρίως μέσα σε ταψιά (ή πινακωτές). [Το αλεύρι, μετά το νερόμυλο μεταφέρονταν στο σπίτι, όπου το έβαζαν σε ειδικά ξύλινα αμπάρια. Πριν το ψήσιμο, κοσκίνιζαν το αλεύρι με τη σίτα και το έβαζαν όλη τη νύχτα στην ξύλινη σκάφη για να αναπιάσουν το προζύμι. Το ζύμωναν με τα χέρια και το έβαζαν στην ξύλινη πινακωτή, που πασπάλιζαν νωρίτερα με αλεύρι. Σκούπιζαν καλά τον χτιστό πήλινο φούρνο του σπιτιού, τον άναβαν και έβαζαν μέσα μ’ ένα ξύλινο φτιάρι το καρβέλι. Ακολουθούσε το ψήσιμο]. Οι ιδιοκτήτες των φούρνων,για τη διαδικασία του ψησίματος ως καύσιμα, για να πυρώσει ο φούρνος, είχαν ξύλα και κλαδιά. Πληρώνονταν τα ψηστικά με το κομμάτι και πολλές φορές δοκίμαζαν και το φαγητό, για να δοκιμάσουν αν ψήθηκε όπως έλεγαν. Μ’ ένα ταψί ψωμί μια μέση οικογένεια περνούσε δύσκολα τη βδομάδα, αφού το ψωμί ήταν η βασική τροφή. Στα χωριά οι οικογένειες είχαν το δικό τους φούρνο, αφού αγοραστό ψωμί δεν υπήρχε τότε. Πόσο μάλλον που ήταν υποτιμητικό για την οικογένεια να τρώει αγοραστό ψωμί. Το αλεύρι ή το σιτάρι έπρεπε να το αγοράζει με το τσουβάλι… Μόνο τα τελευταία χρόνια άλλαξε η νοοτροπία και δεν είναι πια κατηγόριο το αγοραστό ψωμί.

Φυστικάς: “Ζεστά, ζεστά. Ο φυστικάς… Στραγάλια, πασατέμπος, φυστίκια”. Ήταν ο αεικίνητος και ακούραστος μικροπωλητής της πλατείας, των γιορτών ή των εκδηλώσεων με τα σπόρια του. Κουβαλούσε το ξύλινο κασελάκι του και τον συναντούσαμε κυρίως στα δημόσια θεάματα. Με το ρακοπότηρο μετρούσε τα σπόρια που θα βάλει στο σακουλάκι του πελάτη. Πολλές φορές τον βρίσκαμε και σε πανηγύρια με μεγαλύτερη πραμάτεια ή στις γιορτές των εκκλησιών.

Φωτογράφος: «Φωτογράφε, φωτοχάλια μ’ έβγαλες με δυο κεφάλια»… Ένα σπουδαίο επάγγελμα, αυτό του πλανόδιου φωτογράφου, έδωσε πλούσιο υλικό στην ιστορική μνήμη του τόπου μας. Η μηχανή του ήταν ένα τετράγωνο κουτί (σκοτεινός θάλαμος ή κάμερα) που στηριζόταν σε τρίποδο. Πίσω από το κουτί ήταν ένα μαύρο κάλυμμα που χωρούσε το μισό κορμί του, όταν φωτογράφιζε. Μέσα στο κουτί είχε τα σκαφάκια με τα υγρά, μέσα στα οποία κουνούσε το χαρτί, μέχρι να “ζωντανέψει” η φωτογραφία. Μετά σκούπιζε το χαρτί με πετσέτα, το έπλενε με νερό και αφού στέγνωνε παρέδιδε έτοιμη τη φωτογραφία.

Χαντζής: Ιδιοκτήτης των παλιών υπαίθριων καταλυμάτων, των πανδοχείων (που ονομάζονταν «χάνια», από την περσική λέξη χαν = ξενώνας). Αντίστοιχοι δηλαδή, με τους σημερινούς ξενοδόχους. Τα χάνια εξυπηρετούσαν τους ταξιδιώτες, παρέχοντας στέγη στους ίδιους και στα ζώα τους. Για πάρα πολλά χρόνια ήταν ο μοναδικός σταθμός και το κατάλυμα όλων των κοινωνικών τάξεων, μέσα ή καθ’ οδόν έξω από τα χωριά μας. Οικονομικά εύποροι, αλλά και πτωχοί, έμποροι, εμπορευόμενοι και «πραματευτάδες» – «γυρολόγοι», περιηγητές, διαβάτες και μεταφορείς, ταχυδρόμοι και προσκυνητές, μαθητές και «συμπεθερικά», που κινούνταν στην περιοχή, στάθμευαν σ’ αυτά. Εκεί κατέλυαν ακόμη και ομάδες εργατών και μαστόρων (κτιστών, χαλκουργών – «καλαντζήδων», «ντενεκεντζήδων» – φαναρτζήδων κλπ.), που κινούνταν από χωριό σε χωριό για να βρουν εργασία. Όλα είχαν αυλή όπου άραζαν οι αραμπάδες, στάβλους για τα ζώα, και κυρίως δωμάτια για τη διανυκτέρευση των ταξιδιωτών.

Χτίστης: Οι οικοδόμοι και οι χτίστες κατασκεύαζαν τις λιθοδομές με συνδετική ύλη τη λάσπη. Το συνεργείο που αναλάμβανε μια οικοδομή συγκέντρωνε διαφόρων ειδών τεχνίτες και είχε συγκεκριμένη ιεραρχική οργάνωση. Ο πρωτομάστορας, που είχε το μεγαλύτερο κύρος και εμπειρία λεγόταν «κάλφας», οι βοηθοί του «χτίστες». Οι χτίστες κατασκεύαζαν τα σπίτια «από τα θεμέλια μέχρι τη στέγη», βάσει της εμπειρίας του πρωτομάστορα, ο οποίος είχε τότε τη συνολική ευθύνη της οικοδομής, αναλάμβανε δηλαδή και το ρόλο του πολιτικού μηχανικού και του αρχιτέκτονα, ενώ δεν υπήρχαν επιμέρους ειδικότητες, για το σοβάτισμα και το άσπρισμα. Οι χτίστες ακόμη έκαναν μερεμέτια, επισκεύαζαν παλιά σπίτια κ.ά. Έχτιζαν σπίτια, πελεκούσαν πέτρες, ενώ όπου χρειάζονταν έκαναν και το μαραγκό. Σ’ αυτούς υπάγονται και οι πελεκάνοι που έβγαζαν και πελεκούσαν κατάλληλες για πελέκημα πέτρες κι έκαναν τις καμαρόπετρες, τις μυλόπετρες και τα πελέκια για τις πόρτες και τα παράθυρα. Οι ίδιοι έκαναν καμπαναριά που απαιτούσαν μεγάλη αντίληψη και προχωρημένη τεχνική.

πηγη

 

http://www.evrytan.gr

Related posts: