Toν 4ο π.χ. αιώνα εμφανίστηκαν οι πρώτοι μάγειροι γιά τα συμπόσια η διάφορα γεύματα αλλά και τις θυσίες. Αυτός που θα παρασκεύαζε τα κρέατα γιά τις θυσίες η για τα συμπόσια έπρεπε να κατέχει την τέχνη της μαγειρικής η του θυσιαστή αλλαγής του με την εποχή και τη γεωγραφία.

Αρχαία ελληνική κουζίνα χαρακτηρίζεται από την λιτότητα   βασίζονται στην  το σιτάρι, το ελαιόλαδο και το κρασί, με το κρέας  να καταναλώνονται σπάνια αλλά τα  ψάρια και να είναι πιο   συχνά  Η τάση αυτή συνεχίστηκε  και στα  ρωμαϊκά δείπνα  αλλά και στα οθωμανικά  πολλές φορές.Κρασί και το ελαιόλαδο ήταν πάντα  σταθερά στο γεύμα
Οι Ελληνες δημιούργησαν τη φιλοσοφική βάση του ευ ζην, την Επικούρεια φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία κύριος σκοπός της ζωής είναι η τέρψη, που όμως δεν υπονοούσε την καλοπέραση, όπως σήμερα. Οι Επικούρειοι πίστευαν ότι η τέρψη μπορεί να επιτευχθεί κατά τον καλύτερο τρόπο με την άσκηση της αυτοσυγκράτησης και με τη μείωση των επιθυμιών στο ελάχιστο. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται απλώς για την τροφή τους, αλλά και για την ποιότητά της, που συχνά συναρτάται με την προέλευση των υλικών και τον παρασκευαστή του φαγητού, τον μάγειρο. Το 330 π.Χ. ο Αρχέστρατος ήταν εκείνος που έγραψε το πρώτο βιβλίο μαγειρικής στην Ιστορία, υπογραμμίζοντας ότι η κουζίνα ενός λαού αποτελεί δείγμα πολιτισμού.elliniki-kouzina-arxaion Οι συνταγές του, όπως και αυτές του περιώνυμου Ρωμαίου γαστρονόμου Απίκιου, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τους μάγειρες της Δύσης.
Ο αρχαιολόγος έχει συνειδητοποιήσει ότι τα υπολείμματα τροφίμων στη νεολιθική εποχή οι Ελληνες χρησιμοποιούσαν πήλινα αγγεία για την παρασκευή, φύλαξη και αποθήκευση της τροφής, ενώ στην εποχή του χαλκού και του σιδήρου άρχισαν να καταναλώνουν ελιές, ελαιόλαδο, κεχρί   κουκιά και   κρασί.
Στα ιστορικά χρόνια η διατροφή τους εμπλουτίστηκε με παστά, μπαχαρικά, κηπευτικά, φρούτα και ξηρούς καρπούς και οι διάφορες συνταγές κυκλοφορούσαν πλέον σε ειδικά βιβλία μαγειρικής. Εκλεκτά εδέσματα με εξαιρετικά καρυκεύματα και σπάνια μυρωδικά, ποικίλα κρασιά και γλυκά καταναλώνονταν σε λουκούλλεια γεύματα μέσα σε πολυτελή σκεύη και αγγεία.
ψάρια,  θαλασσινά, κρέας και κυνήγια σερβίρονταν με πλούσιες σάλτσες.diatrofi-arxaioi-ellines-
Η αγορά
στολίζονται με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών  Στις ελληνικές πόλεις η αγορά δεν ήταν ένας τόπος αποκλειστικά για τους εμπόρους. Στην αγορά της Αθήνας Βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα:  Βουλή,  δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες. Οι αγρότες της Αττικής  πηγαίνανε  στην αγορά πριν ξημερώσει  κουβαλώντας την πραμάτεια    Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες. στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος. Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, κι απ’ τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών

Η αγορά είναι τακτοποιημένη με ένα ορισμένο σχέδιο. Για κάθε λογής προϊόντα είχαν καθορίσει ειδικούς χώρους. Ο αγοραστής ξέρει πού ακριβώς θα βρει ψωμί και ψάρια, τυρί σε πλεχτά καλαθάκια, λαχανικά και λάδι, ξέρει πού θα βρει να συμφωνήσει μια χορεύτρια ή μάγειρα για ένα συμπόσιο.     Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ’ αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι. Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων. Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά
Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας. Συχνά μπορούσε να δει κανείς έναν στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα  βραστά λαχανικά         στον τάφο της Midas στη δυτική Τουρκία από 2.700 χρόνια πριν.  Τα υπολείμματα αυτά αναλύονται για την παραγωγή ενός μενού για την ταφή
ιχθυοπωλείο» «στο τυροπωλείο» «στα σύκα».
Οι πωλητές κι οι πραματευτάδες άπλωναν το εμπόρευμά τους στο ύπαιθρο ή σε μερικές παράγκες από κλαδιά ή καλάμια πλεχτά, που το απόγευμα τις χαλούσαν. Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ’ αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι.agora Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων.
Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά ούτε έστελνε τις υπηρέτριές της. Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας.

πηγη

oasigr.5.forumer.com

Related posts: