ΤΡΑΝΣΕΞΟΥΑΛΙΣΜΟΣ ….ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ ΦΥΛΟΥ

   Η διαταραχή ταυτότητας φύλου χαρακτηρίζεται από έντονη και επίμονη ταυτοποίηση με το άλλο φύλο (όχι απλά επιθυμία για τα οποιαδήποτε πολιτισμικά πλεονεκτήματα θεωρείται ότι έχει το άλλο φύλο).
Τα συμπτώματα της διαταραχής ταυτότητας φύλου εκδηλώνονται συνήθως σε εξαιρετικά νεαρή ηλικία. Τα παιδιά μπορεί να αρνούνται να φορέσουν αντίστοιχα τυπικά αγορίστικα ή κοριτσίστικα ρούχα, να απεχθάνονται να παίρνουν μέρος σε τυπικά αγορίστικα ή κοριτσίστικα παιχνίδια και δραστηριότητες. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό το είδος συμπεριφοράς αποτελεί ένα φυσιολογικό στάδιο ανάπτυξης, αλλά στις περιπτώσεις διαταραχής ταυτότητας φύλου η συμπεριφορά αυτή εξακολουθεί και στη μετέπειτα παιδική και εφηβική ηλικία και κατά την ενηλικίωση.
Τα παιδιά συνήθως εκδηλώνουν:
Έντονη επιθυμία και επιμονή ότι ανήκουν στο άλλο φύλο.
Τα αγόρια εκδηλώνουν προτίμηση για ένδυση με ρούχα του άλλου φύλου ή προσποιούνται ότι φορούν γυναικεία ρούχα. Τα κορίτσια επιμένουν να φορούν μόνο στερεότυπα ανδρικά ρούχα.
Έντονη προτίμηση να έχουν στα φανταστικά ή πραγματικά τους παιχνίδια ρόλους του άλλου φύλου ή έχουν έντονες φαντασιώσεις κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ότι ανήκουν στο άλλο φύλο.
Έντονη επιθυμία να συμμετέχουν σε στερεότυπα παιχνίδια και τρόπους ψυχαγωγίας του άλλου φύλου.
Έντονη προτίμηση για συμπαίκτες του άλλου φύλου.
Οι έφηβοι και οι ενήλικοι συνήθως εκδηλώνουν έντονη επιθυμία να τους θεωρούν οι άλλοι άτομα που ανήκουν στο άλλο φύλο, επιθυμία να ζουν και να αντιμετωπίζονται από τους άλλους ως άτομα του άλλου φύλου καθώς και πεποίθηση ότι διαθέτουν τα τυπικά συναισθήματα και τις αντιδράσεις του άλλου φύλου.
– Επίμονη δυσφορία με το φύλο του/ της ή αίσθηση ότι δεν ταιριάζει με το φυλετικό ρόλο αυτού του φύλου. Παρατηρείται έντονη ασυμφωνία ανάμεσα στο φύλο που δηλώθηκε στο πιστοποιητικό γεννήσεως και την ταυτότητα φύλου, την αίσθηση δηλαδή ότι «ανήκω σε ένα συγκεκριμένο φύλο» και τη συνείδηση ότι «είμαι αγόρι» ή «είμαι κορίτσι».
Στα παιδιά, η διαταραχή εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους, όπως:
στα αγόρια, με ισχυρισμό ότι το πέος ή οι όρχεις είναι αηδιαστικά και θα εξαφανιστούν, ότι θα ήταν καλύτερα να μην έχουν πέος, με αποστροφή για άγρια παιχνίδια και απόρριψη των στερεότυπων αγορίστικων παιχνιδιών, αγώνων και δραστηριοτήτων.
στα κορίτσια, με απόρριψη της ούρησης σε καθιστή θέση, με ισχυρισμό ότι έχει ή ότι θα αναπτύξει πέος ή ότι δεν θέλει να αναπτύξει στήθος ή να έχει περίοδο καθώς και με έντονη αποστροφή για το συνηθισμένο θηλυπρεπές ντύσιμο.
Στους εφήβους και τους ενηλίκους, η διαταραχή εκδηλώνεται με συμπτώματα όπως η έντονη ενασχόληση με την απαλλαγή από τα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου του (π.χ. με αίτημα για λήψη ορμονών, εγχείρηση ή άλλες διαδικασίες προκειμένου να αλλάξουν τα σωματικά σεξουαλικά χαρακτηριστικά και να θεωρηθούν μέλος του άλλου φύλου) ή πεποίθηση ότι γεννήθηκε με «λάθος» φύλο.
– Οι εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν δεν συμπίπτουν με μια σωματική κατάσταση ενδιάμεσου φύλου.
– Το άτομο βιώνει έντονη ενόχληση και προβλήματα στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητάς του. Το ίδιο νιώθει άγχος, ανασφάλεια, αμφιβολία και σταθερά άβολα συναισθήματα σχετικά με το βιολογικό φύλο στο οποίο γεννήθηκε. Για παράδειγμα, ένας άντρας νιώθει κατά βάσει ότι είναι γυναίκα αλλά ότι γεννήθηκε μέσα σε ένα αντρικό σώμα.
Διαταραχή ταυτότητας φύλου μη προσδιοριζόμενη αλλιώς
Η κατηγορία αυτή αφορά διαταραχές ταυτότητας φύλου που δεν εμπίπτουν στα συγκεκριμένα κριτήρια της διαταραχής ταυτότητας φύλου που προαναφέρθηκαν. Συμπεριλαμβάνονται:
Καταστάσεις ενδιάμεσου φύλου (π.χ. σύνδρομο μη ευαισθησίας στα ανδρογόνα ή συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων) και συνοδός φυλετική δυσφορία.
Παροδική, σχετιζόμενη με στρες, συμπεριφορά ένδυσης με ρούχα του αντίθετου φύλου.
Επίμονη ενασχόληση με ευνουχισμό ή εκτομή του πέους, χωρίς παράλληλη επιθυμία να αποκτηθούν τα σεξουαλικά χαρακτηριστικά του άλλου φύλου.
Όπως προαναφέρθηκε, η διαταραχή ταυτότητας φύλου διακρίνεται από την παραφιλία του παρενδυσιακού φετιχισμού που αφορά έντονες, σεξουαλικά διεγερτικές φαντασιώσεις και συμπεριφορές του ατόμου που αφορούν την ένδυση με ρούχα του αντίθετου φύλου για λόγους συναισθηματικής ή σεξουαλικής ευχαρίστησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις το άτομο είναι ευχαριστημένο με την ταυτότητα του βιολογικού του φύλου αλλά απολαμβάνει τη φαντασίωση του να «παριστάνει» ότι είναι μέλος του αντίθετου φύλου. Τέλος, σημειώνεται ότι η διαταραχή ταυτότητας φύλου δεν αφορά τη σεξουαλική προτίμηση, δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση, το άτομο μπορεί να είναι ετεροφυλόφιλο, ομοφυλόφιλο ή bisexual, όπως συμβαίνει σε οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις.
Η διαταραχή ταυτότητας φύλου δεν εμφανίζεται σε υψηλά ποσοστά στον ευρύτερο πληθυσμό, αλλά σημαντικά υψηλότερος αριθμός ατόμων σήμερα με τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά γίνεται γνωστός λόγω αυξανόμενης κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη υφίσταται σημαντικός βαθμός προκατάληψης και παρανόησης των συγκεκριμένων αυτών ατόμων και των ιδιαιτεροτήτων τους. Είναι σημαντικό ότι σήμερα υψηλότερο ποσοστό ατόμων που εκδηλώνουν διαταραχή ταυτότητας φύλου αναζητά ειδική βοήθεια και απευθύνεται σε ειδικούς ψυχικής υγείας. Η διαταραχή ταυτότητας φύλου εκδηλώνεται πέντε φορές πιο συχνά στους άντρες από ό, τι στις γυναίκες.
Τα επακριβή αίτια της διαταραχής δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς και υφίσταται σημαντική αντιπαράθεση απόψεων σχετικά με το ζήτημα αυτό. Μέχρι πρόσφατα η διαταραχή ταυτότητας φύλου αντιμετωπιζόταν αποκλειστικά ως περίπτωση ψυχιατρικής διαταραχής, αποδιδόταν δηλαδή αποκλειστικά σε ψυχολογικά αίτια. Σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα αμφισβητούν αυτή την εκδοχή θέτοντας θέματα βιολογικής εξέλιξης και βιολογικών παραγόντων που σχετίζονται με την εξέλιξη της ταυτότητας φύλου πριν από τη γέννηση. Οι έρευνες προς αυτή την κατεύθυνση και τον επακριβή προσδιορισμό των αιτιών της διαταραχής ταυτότητας φύλου βρίσκονται σε διαρκή εξέλιξη και πολλές έρευνες πρέπει να πραγματοποιηθούν προκειμένου να κατανοηθούν πλήρως τα επακριβή αίτιά της.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της διαταραχής ταυτότητας φύλου αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας στο άτομο ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη «ισορροπία» και αίσθηση ευχαρίστησης σχετικά με τη δική του ταυτότητα φύλου. Σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία αυτή μπορεί να αφορά απλά το να ντύνεται και να ζει την καθημερινότητά του όπως το φύλο το οποίο θα επιθυμούσε να είναι. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αφορά συστηματική ορμονοθεραπεία και άλλου τύπου παρεμβάσεις προς αλλαγή της εξωτερικής του εμφάνισης. Τέλος, σε αρκετές περιπτώσεις η προσπάθεια αλλαγής μπορεί να αφορά χειρουργική επέμβαση που θα αλλάξει μόνιμα και ριζικά το ανατομικό φύλο. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται σημαντική, εκτεταμένη και μακρόχρονη κλινική εκτίμηση και συμβουλευτική υποστήριξη προκειμένου το ίδιο το άτομο να νιώσει ασφαλές και να κατανοήσει το βαθμό στον οποίο θέλει να επέλθει η προσωπική του αλλαγή.

Βιβλιογραφία

– DSM-III-R: Diagnostic & Statistical Manual of Mental Disorders (Third edition revised), American Psychiatric Association, USA 1987.

Ειρήνη Τζελέπη
Συμβουλευτική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια

psychologynet.gr

Related posts: